Γράφοντας ΛΕΥΤΕΡΙΑ

0 untitled-4

Στους δρόμους πάλι βγήκες, όταν έσβησαν τα φώτα.
Μ’ένα σακίδιο συνθήματα και τα χέρια καθαρά.
Να γράψεις ήθελες στους τοίχους, μια λέξη μόνο : λευτεριά.

Δεν έπιανε όμως η βαφή.
Κι η βροχή έπεφτε μανιασμένα, τη λέξη αυτή να σβήσει.
Γιατί δεν ήθελαν εκείνοι να την δούν περαστικοί.

Απλώνοντας τις σκέψεις για να την συλλαβίσεις,
Το μελάνι έτρεξε στο χέρι σου και το μαύρισε πολύ.
Δεν ήθελε σε τοίχο η λέξη ετούτη να γραφτεί.

Τι σου είναι μία λέξη, σ’ένα τοίχο απλά γραμμένη,
Όταν βίαια την φίμωσαν κ ελπίδα δεν μας έμεινε?

Μάχη μ’έναν άορατο θεό

Image

Οργισμένα βλέμματα, θλιμμένες φιγούρες, πρόσωπα πολλά, οικίο κανένα.
Όλα όμως τα ξέρεις, όλα τα έχεις αντικρίσει.
Κάπου τα έχεις δεί, στον καθρέφτη το πρωί όταν ξυπνάς.
Τα χάπια στο νυπτήρα μην ξεχάσεις.
Είναι δυο-τρία, δεν ξέρεις πιά να μετράς.

Τα καλώδια να προσέχεις.
Άκου πως αργοπεθαίνουν οι φωνές.
Τις σκορπάει ο αέρας πάνω από την πόλη.
Να στοιχειόσουν εκείνες τους δρόμους.
Εμείς δεν μπορούμε πιά.

Απαγόρευση. Ακούγετε εθιστική ουσία.
Έχει κάτι από την βρώμα της εύκολης σιωπής.
Μην δίνεις σημασία που είσαι μόνος στους δρόμους.
Τα χάπια σου, και θα περάσει ο χρόνος.

Κοίτα πως χάνονται τα λεπτά στης σιωπής την άκρη.

Επετιακές διαδρομές στην πόλη

Βαριά τα βήματα και μικρές σημαίες,
Για μεγάλες ιδέες, σαν πένθυμo εμβατύριo τα συνθήματα.

Μικροί κι οι δρόμοι. Στενοί.
Θα’λεγες πως δεν μας χωρούσαν.

Να κάνουμε χώρο. Να φύγουν από μπροστά μας.
Δεν χωρούν οι δρόμοι κ’εκείνους κι εμάς.

Κάποιος πρέπει να κάνει πίσω.
Φαντάζομαι τα οδοφράγματα.

Περιπλάνηση. Παρατεταμένοι οι αγωνιστές
Δεξιά κι αριστερά. Κυρίως αριστερά. 
Άδειασαν οι δρόμοι ήσυχα,νεκροτομείο η λεοφώρος.

Δεν έμεινε κανείς. 

Διαπίστωση

Με την ίδια ευκολία που ο Εισαγγελέας εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του δημοσιογράφου που αποκάλυψε την Λίστα Λαγκάρντ ή του (κάθε) Παστίτσιου που προσβάλει τα  »ιερά και τα όσια », με την ίδια ακριβώς αμηχανία οι δικαστικές αρχές δεν κηρύσσουν παράνομες τις πολιτικές συγκεντρώσεις της Χρυσής Αυγής την στιγμή που ξεδιπλώνουν Δικτατορικά Λάβαρα παρότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται ρητά από το Σύνταγμα και τον Ποινικό Κώδικα (Π.Κ. Άρθρο 134, παράγραφος 1, περίπτωση Β, υποπερίπτωση β. και Σύνταγμα 120) και σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης.
Και με την ίδια βιαιότητα που η Ελληνική Αστυνομία σπεύδει να διαλύσει κάθε συγκέντρωση διαμαρτυρίας κόντρα στην τακτική εκποίησης της χώρας μας, και με την ίδια ακριβώς παθητικότητα δεν επεμβαίνει στις συνεχείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από ακραίες μειονότητες που χαίρονται ότι τους ψήφισαν και 500.000 άνθρωποι.
Στην Ελλάδα της επιλεκτικής νομιμότητας, σημασία δεν έχει η δημοκρατική πλειοψηφία αλλά ο φόβος της φασιστικής μειοψηφίας. Και όσο οι αρχές περιμένουν μια χειροπιαστή πραξικοπηματική απόπειρα για να μας πουν ότι  »δεν πρόλαβαν να ενεργήσουν αποτελεσματικά », τόσο αποδομείται ο δημοκρατικός λόγος και την θέση του παίρνει ο εθνικισμός.
M. Γ

Π2

Πέσαμε σε μάχες που σχεδόν δεν δώσαμε. Σαν να ξεκίνησαν οι αιματοχυσίες μα σταμάτησαν απότομα, χωρίς να περάσει το μήνημα της αντίστασης σε όσα μας εκμηδένιζαν μέρα με τη μέρα.

Διαμελισμένα σώματα στους δρόμους. Κομματιασμένες οι ίδεες μας. Δεν βρήκαμε τον χρόνο να βάλουμε τις σκέψεις μας σε μιά σειρά – είχε ήδη ξεκινήσει ο πόλεμος πρίν σκεφτούμε τι συμβαίνει και πέσαμε στη μάχη με τον ύπνο ακόμα να βαραίνει τα μάτια μας.

Image

Σε τι μπορούσαμε να ελπίζουμε εμείς οι υπνοβάτες ? Τι μπορούσε ο δικός μας αγώνας να προσφέρει ? Αμέτρητα πτώματα…σάρκα και ψυχές, θυσιασμένες στο βομό της παράφορης ελπίδας. Τη μεγάλη μάχη ίσος…εκείνη που πάντα περιμένουμε και δεν γίνετε ποτέ. Εκείνη που δίνουμε με τον εαυτό μας και σποραδικά στο δρόμο αλλά διαρκεί μέχρι να πέσει ο ήλιος και οι πρώτες σταγώνες του ανιπόταχτου μίσους τους.

Απέναντι τους και δίπλα τους…δεν ξέραμε ακριβώς που να σταθούμε. Αλλά ο αδυσόπιτος χρόνος δεν περίμενε εμάς να διαλέξουμε. Μας προσπερνούσε. Στεκόμασταν μερικά λεπτά, ελπίζοντας να σταθεί κι εκείνος για λίγο, να μας αφήσει να σκεφτούμε. Τι όμως ? ‘Ολα ήταν θωλά.  

Σε σιδερένιες λεοφώρους

Image

 

Περπατήσαμε μάταια μέχρι να ξημερώσει.
Ψάχναμε ο ένας τον άλλο, χωρίς να βρίσκουμε ίχνος ανθρωπιάς.
Κοιτάω τα πρόσωπα μας σε θρυματισμένους και βρώμικους καθρέφτες.

Λένε πώς θα περάσει η λαίλαπα.
Δεν λέει κανείς πώς δεν αφίνει τίποτα πίσω της η φωτιά.
Μόνο σκιές.

Θα ζωγραφίσουμε άραγε με τις στάχτες χαμόγελα?
Έτσι, για να πούμε πώς κάτι έμεινε μετά την καταστροφή?

 

Κάλεσμα

Θα ξέρεις ότι ήρθε η ώρα όταν ακούσεις,
Ολάκερη την πόλη να σιγοτρέμει από ένα οργισμένο βουητό.

Σείονται οι δρόμοι κι οι πλατείες, από τις κραυγές.
Θα πείς πώς υπερβάλλουν, και σε γέλασαν τ’αυτιά σου.

Όταν όμως νιώσεις την ανάσα του κόσμου όλου στο σβέρκο σου,
Κ’υδρώσει ο γιακάς σου, θα ξέρεις πώς ήρθ’η ώρα να πάρεις τους δρόμους.
Να τρέξεις να σωθείς.

 

 

 

Π1

Με ρωτούσες επίμονα αν σ΄αγαπώ.
Μακάρι να’ξερες πως όχι πάντα.
Σ’αγαπώ μόνο όταν αφήνει στα χείλη σου το βρώμικο σημάδι του ο φόβος.
Εκείνο που σου κλέβει πάνω στη μάχη ο δοσίλογος εραστής σου.

Η αγάπη μου έχει αντίτιμο.
Και ας σου έλεγαν μικρή πώς αγάπη κι’ανταλάγματα δεν χωρούν στην ίδια φράση.
Εγώ τις βάζω σε μια πρόταση μονάχα, μαζί, δεμένες με χειροπέδες.